Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Το Σαρανταλείτουργο




π. Δημητρίου Μπόκου

Στὶς 15 Νο εμ βρί ου ἀρ χί ζει τὸ σα ραν τα ή με ρο, ἡ χρι στου γεν νι ά τι κη νη στεί α. Ἡ νη στεί α αὐ τὴ ἀ νή κει στὶς ἐ λα φρὲς νη στεῖ ες τοῦ ἐκ κλη σι α στι κοῦ ἔ τους, ἐφόσον ἐπιτρέπεται νὰ τρῶ με λα δε ρὰ φα γη τὰ καὶ ψά ρι (ὄχι βέβαια Τε τάρ τες καὶ Πα ρα σκευὲς) μέχρι καὶ τὶς 17 Δεκεμβρίου, γί νε ται δηλαδὴ κα τά λυ σις ἰ χθύ ος, ὅ πως ση μει ώ νουν τὰ βι βλί α τῆς Ἐκ κλη σί ας. Δὲν τρῶ με κα τὰ τὴ νη στεί α αὐ τὴ κρέ ας, γά λα, τυ ρὶ καὶ αὐ γά.
Στὶς 14 Νο εμ βρί ου, ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Φιλίππου καὶ πα ρα μο νὴ τῆς νη στεί ας (ἀ πο κριά), ἂν τύ χει Τε τάρ τη ἢ Πα ρα σκευ ή, τρῶ με μό νο ψά ρι καὶ ὄ χι κρέ ας. Κα τὰ τὴν πρώ τη ἑ βδο μά δα τῆς νη στεί ας (15-21 Νο εμ βρί ου), κα τὰ πα ρά δο ση ἄ γρα φη τοῦ Ὀρ θο δό ξου λα οῦ, νη στεύ ου με καὶ ἀ πὸ ψά ρι, ἐ πει δὴ πα λαι ό θεν οἱ Χρι στια νοὶ εἶ χαν τὴν εὐ λα βῆ συ νή θεια νὰ κοι νω νοῦν στὴν πλειονότητά τους κα τὰ τὴ με γά λη ἑ ορ τὴ τῶν Εἰ σο δί ων τῆς Θε ο τό κου (τῆς Παναγίας τῆς Πο λυ σπο ρί τισ σας, ὅπως τὴν ξέρει ὁ λαός μας).
Ὁ κα νό νας τῆς νη στεί ας δὲν εἶ ναι βέ βαι α ὁ ἴδιος γιὰ ὅ λους. Ἡ δι δα σκα λί α τῆς Ἐκ κλη σί ας δι έ πε ται πάν τα ἀ πὸ φι λάν θρω πα κρι τή ρια. Οἱ ἅ γιοι δι δά σκουν νὰ νη στεύ ει ὁ κα θέ νας ἀ νά λο γα μὲ τὶς δι κές του δυ να τό τη τες, τὴν ἡ λι κί α δη λα δή, τὴν κα τά στα ση τῆς ὑ γεί ας του, τὴν ὅ λη του ψυ χο σω μα τι κὴ ἀν το χὴ καὶ ἰ δι ο συγ κρα σί α. Ὁ κα θέ νας πρέπει νὰ συμ βου λεύ ε ται ἀπαραιτήτως τὸν πνευ μα τι κό του καὶ νὰ ἔ χει τὴ σύμ φω νη γνώ μη καὶ εὐ λο γί α του γιὰ τὸν κα νό να τῆς νη στεί ας ποὺ θὰ κά νει.
Ἡ πνευ μα τι κὴ προ ε τοι μα σί α γιὰ τὴ με γά λη ἑ ορ τὴ τῶν Χρι στου γέν νων δὲν ἐ ξαν τλεῖ ται φυ σι κὰ στὴ λιγοστὴ νη στεί α. Ὁ Χρι στια νὸς ἀγωνίζεται νὰ ἀπέχει συνολικὰ ἀπὸ κάθε πάθος, κάθε κακία. Ταυτόχρονα φροντίζει νὰ ἐ ξο μο λο γεῖ ται τακτικά, για τὶ μό νο ἔ τσι λαμ βά νει «ἄ φε σιν ἁ μαρ τι ῶν» καὶ ἐλαφρύνει τὴν ψυ χή του. Τὸ ρη χὸ ἐ πι χεί ρη μα «δὲν ἔ χω κά νει τί πο τα», ἂς τὸ ἀ φή σου με γιὰ πω ρω μέ νους ἐ γω ι στὲς καὶ ἀ νεγ κέ φα λους ποὺ θε ω ροῦν ὅ τι τὰ ξέ ρουν ὅ λα. Ἐ μεῖς ἂς ἀ κού σου με τὸν λό γο τοῦ Θε οῦ, ποὺ λέ ει ὅ τι καὶ μί α μέ ρα νὰ εἶ ναι ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ ἀν θρώ που, θὰ ἁ μαρ τή σει (Ἰώβ, 14, 4-5). Καὶ ὅ τι ἀ πὸ τὴ μι κρὴ ἀκόμα ἡ λι κί α ἡ σκέ ψη τοῦ ἀν θρώ που ρέ πει πρὸς τὰ πο νη ρὰ (Γεν. 8, 21). Ἁ μαρ τί α δὲν εἶ ναι μό νο ὁ φό νος καὶ ἡ κλε ψιά, ἀλ λὰ κάθε βλέμμα, κάθε σκέψη, κάθε λόγος ποὺ ἐκκλίνει ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 5, 28).
Κα τὰ τὴ διά ρκεια τοῦ σα ραν τα η μέ ρου (ἀ πὸ 15 Νο εμ βρί ου μέ χρι 24 Δε κεμ βρί ου) γί νε ται κα θη με ρι νὰ Θεί α Λει τουρ γί α, τὸ λε γό με νο σα ραν τα λεί τουρ γο. Πολ λοὶ νο μί ζουν ὅ τι αὐ τὸ γί νε ται ἀ πο κλει στι κὰ γιὰ τοὺς νε κρούς, τοὺς κε κοι μη μέ νους. Ἡ Θεί α Λει τουρ γί α ὅ μως (ὅπως δείχνουν οἱ πολλές της δεήσεις καὶ κυρίως ἡ ἀ κο λου θί α τῆς Προ σκο μι δῆς, δηλαδὴ ἡ προ ε τοι μα σί α τῶν Τι μί ων Δώ ρων ὅπου μνημονεύονται καὶ τὰ ὀνόματα) προ σφέ ρε ται γιὰ ὅ λο τὸν κό σμο, «ὑ πὲρ τοῦ σύμ παν τος κό σμου», ζών των καὶ τε θνε ώ των. Οὐδέποτε τελεῖται Θεία Λειτουργία, χωρὶς νὰ μνημονευθούν καὶ οἱ ζῶντες καὶ νὰ ἐξαχθοῦν μερίδες καὶ γι’ αὐτούς. Γι’ αὐ τὸ μπο ροῦ με νὰ βά λου με καὶ τὰ ὀ νό μα τα τῶν ζών των στὸ σα ραν τα λεί τουρ γο, παρὰ τὴ σχεδὸν ἑ δραι ω μέ νη ἀν τί λη ψη ὅ τι αὐ τὸ γί νε ται κυ ρί ως ὑπὲρ τῶν κε κοι μη μέ νων.
Ἄ σχε τα πρὸς αὐ τό, ἡ ἀ ξί α τῆς Θεί ας Λει τουρ γί ας εἶ ναι τε ρά στια γιὰ ὅ λους. Οἱ ψυ χὲς τῶν κεκοιμημένων ἰδιαίτερα βο η θοῦν ται τὰ μέ γι στα ἀ πὸ τὴν τέ λε σή της. Ἄλ λω στε οἱ προ σευ χὲς (ἀ το μι κὲς καὶ ἐκκλησιαστι κὲς-τρισάγια, μνημόσυνα καὶ κυρίως ἡ Θεία Λει τουρ γί α) μαζὶ μὲ τὶς ἐ λε η μο σύ νες, εἶ ναι τὰ μοναδικά, ἀλ λὰ καὶ σπου δαι ό τα τα πράγ μα τα ποὺ μπο ροῦ με νὰ κά νου με γιὰ τοὺς κε κοι μη μέ νους μας. Εἶναι οἱ «ἀποσκευές» τους ποὺ φροντίζουμε ὁπωσδήποτε νὰ τὶς στείλουμε ξοπίσω τους, ἀφότου ἐκεῖνοι ἔχουν φύγει. Αλλιῶς θὰ μᾶς κατηγορήσουν κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία πὼς τοὺς ἀμελήσαμε (ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος).
(Σημ. γιὰ τοὺς ἐνορίτες μας. Στὴν ἐ νο ρί α μας δι α τη ροῦ με ἀρ χεῖ ο μὲ τὰ ὀ νό μα τα ποὺ μνη μο νεύ ου με στὸ σα ραν τα λεί τουρ γο, γραμ μέ να σὲ εἰ δι κὸ ἔν τυ πο μὲ δύ ο στῆ λες, μί α γιὰ τοὺς ζῶν τες καὶ μί α γιὰ τοὺς κε κοι μη μέ νους. Πά νω στὸ ἔν τυ πο αὐ τὸ πρέ πει νὰ ἀναγρά φε τε ὁ πωσ δή πο τε τὸ ἐ πώ νυ μο τῆς οἰ κο γέ νειάς σας, γιὰ τὴν ἀλ φα βη τι κὴ τα ξι νό μη ση καὶ τὴν εὔ κο λη ἀ νεύ ρε σή του. Μπο ρεῖ τε νὰ ζη τᾶ τε ὁ ποι α δή πο τε στιγ μὴ τὸ ἔν τυ πο ποὺ ἔ χε τε συμ πλη ρώ σει, γιὰ νὰ ση μει ώ νε τε τυ χὸν ἀλ λα γὲς ἀ πὸ γεν νή σεις καὶ θα νά τους ἢ γιὰ προ σθῆ κες ὀ νο μά των γνω στῶν καὶ φί λων σας).
Τὸ σα ραν τα λεί τουρ γο, ὅ πως καὶ κά θε ἄλ λη ἱ ε ρο πρα ξί α, τε λεῖ ται δω ρε άν. Δὲν χρει ά ζε ται νὰ προ σφέ ρε τε χρή μα τα. Χρει ά ζε ται ὅ μως ὁ πωσ δή πο τε ἡ προ σω πι κή συμ με το χή σας σ’ αὐ τό. Ἡ Θεί α Λει τουρ γί α δὲν γίνεται μὲ τὸν πα πά μονάχα. Εἶ ναι ἔρ γο τοῦ λα οῦ (λεῖ τος [=λα ὸς] + ἔργο), δηλαδὴ ὅ λων μας. Δὲν ἀρ κεῖ νὰ «δι α βά ζει» μόνος ὁ πα πὰς τὰ «γράμ μα τα» καὶ τὸ χαρ τά κι μὲ τὰ ὀ νό μα τα γιὰ νὰ λυ θοῦν μα γι κὰ τὰ προ βλή μα τά μας. Χρει ά ζε ται
α) καὶ νὰ εἴ μα στε πα ρόν τες στὴν κοι νὴ προ σευ χή, ἀλ λὰ
β) καὶ νὰ προ σπα θοῦ με νὰ δι ορ θώ νου με τὴ ζω ή μας κα τὰ τὸ θέ λη μα τοῦ Θε οῦ. Χω ρὶς τὸν ἀ γώ να αυ τὸν μάταια πα σχί ζου με. Δὲν ἀγοράζονται ὅλα μὲ τὰ λεφτά. Δὲν χτί ζουν σχέ ση μὲ τὸν Θε ό. Χωρὶς αλλαγὴ ζωῆς (μετάνοια), δὲν ἔχουν πέραση πουθενά. Καὶ εὐτυχῶς δηλαδή, γιατὶ ἀλλιῶς, ὁ Παράδεισος θά ’ταν μόνο γιὰ τοὺς πλούσιους (ποὺ θὰ μπορούσαν νὰ τὸν ἀγοράσουν μὲ λεφτά).
Ἡ Θεί α Λει τουρ γί α λοιπὸν δὲν ἐ νερ γεῖ πο τὲ μὲ τρό πο μα γι κό. Ἀν τι θέ τως!
Ἐκ κλη σι α ζό μα στε ὅ λοι ἀ πο λύ τως συ νει δη τὰ καὶ συμ προ σευ χό μα στε μὲ τὸν ἱ ε ρέ α σὰν μιὰ οἰ κο γέ νεια, σὰν μέ λη τοῦ ἑ νὸς Σώ μα τος τοῦ Χρι στοῦ. Φρον τί ζου με ὅ λοι γιὰ ὅ λους, ὄ χι μό νο γιὰ τοὺς δι κούς μας. Καὶ ὅ που ἐ μεῖς εἴ μα στε ἑ νω μέ νοι καὶ ἀ γα πη μέ νοι, χω ρὶς καμ μιὰ ἔ χθρα με τα ξύ μας, ἐ κεῖ πα ρευ ρί σκε ται ἀοράτως καὶ ὁ Θε ός μας, πλημ μυ ρί ζον τάς μας μὲ τὴν εὐ λο γί α καὶ τὴ Χά ρη του.

Τι βλέπει ο άνθρωπος την στιγμή που πεθαίνει






Άμα είμαστε ετοιμασμένοι, δεν θα ταραχθούμε όταν έρθει η φοβερή ώρα του θανάτου. Θα ‘ρθει η φοβερή ώρα. Ο θάνατος είναι πάρα πολύ φοβερός, δεν τον έχουμε γευτεί και δεν ξέρουμε. Όταν θα έρθει δεν θα μπορούμε να το ομολογήσουμε, μόνο θα το υποστούμε. Έρχεται ο αρχάγγελος και ποτίζει και από την πίκρα η ψυχή εξέρχεται.

Γι’ αυτό βλέπουμε και καταπίνει ο ετοιμοθάνατος, γι’ αυτό βλέπουμε και δακρύζει, γι’ αυτό βλέπουμε το απλανές βλέμμα του ετοιμοθάνατου. Δεν έχει έλεγχο του περιβάλλοντος, αυτός βλέπει άλλα. Τα μάτια χάνουνε τη φυσικότητα. Είναι ανοιχτά, αλλά βλέπουνε τα από μέσα μάτια, βλέπουν τους αγγέλους, βλέπουν τους δαίμονες.

Και βλέπουμε να δακρύζουν· γιατί δακρύζουν; Ικετεύει η ψυχή εκείνη την ώρα, εκεί μιλούν οι άνθρωποι, αυτός όχι. Αυτόν τον θάνατο όλοι θα τον περάσουμε μηδενός εξαιρουμένου. Επομένως όλοι τώρα χαιρόμαστε, γελάμε, κάνουμε, φτιάχνουμε, αλλ’ όμως θα έρθει η ώρα αυτή.



Λοιπόν ας ετοιμαζόμαστε ν’ αντιμετωπίσουμε τουλάχιστον συνειδητά τον θάνατο. Να έχουμε τη συνείδηση να μη μας κατηγορεί δυνατά. Θα φύγουμε πάλι με πταίσματα, δεν θα είμαστε λευκή περιστερά, αλλά αυτά που θα έχουμε να μην είναι αυτά που θα μας βουλιάξουν.

Διότι θα έχουμε και αντιστάθμισμα, θα έχουμε και καλά έργα, τα οποία να είναι δυνατά, τα οποία θα τεθούν στο άλλο μέρος της πλάστιγγος κι έτσι να υπερακοντίσουν τα αμαρτήματα τα απλά, διότι τα άλλα θα τα έχουμε ξεκαθαρίσει με το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Θα έχουν φύγει, θα είναι τα απλά, τα οποία τα έχει και ο άγιος άνθρωπος. Και μια σκέψη, και ο θυμός είναι αμάρτημα, «το εκ συναρπαγής ουκ αφαιρεί την αγιότητα του ανθρώπου».

Υπάρχουν αμαρτήματα που είναι τόσο ελαφρά και δεν προσβάλουν την αγιότητα ενός αγίου ανθρώπου, αλλά απλώς επιτρέπονται από τον Θεό για να τον κρατάει τον άγιο στην ταπείνωση. Διότι καμία αρετή δεν τελειώνεται μέχρι τέλους τελείως. Η μετάνοια ποτέ δεν τελειώνει, αλλά πάντα είναι ανοιχτή, γιατί είναι άνθρωπος κι ενδέχεται να πέσει.


Επομένως, επειδή αυτά όλα είναι αλήθειες αναντίρρητες, θεμελιωμένες μέσα στον λόγο του Θεού, πρέπει να μας γίνουν ζωή, να μας γίνουν πίστη, να μας γίνουν το μεγαλύτερο μέλημα της υπάρξεώς μας. Όπως τώρα έχουμε το πώς θα ζήσουμε, το πώς είναι τα παιδιά μας και η υγεία μας.


Πέρα όμως απ’ όλα αυτά, αυτό που θα με συνέχει είναι αν είμαι έτοιμος. Κι όπου βλέπετε ότι κάπου κουτσαίνετε, κάτι δεν πάει καλά, μην το αφήνετε, βάλετε φάρμακο να γίνει καλά. Διότι όλους κάπου πάει να μας πιάσει, κι όταν το δούμε, τα γόνατα έτοιμα στην προσευχή μετά δακρύων: «Κύριε, πρόφθασον, διόρθωσέ με σ’ αυτό, διόρθωσέ με σ’ εκείνο».

Όταν δεν θα έχουμε βασικά σφάλματα –θανάσιμα αμαρτήματα–, τα πλημμελήματα και τα μη θανάσιμα δεν μας απειλούν άμεσα με τον κίνδυνο της κολάσεως. Διότι βοηθά η μετάνοια, τα καλά έργα, η Εκκλησία.

Η χήρα μάνα και το καλάθι





Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, απ’ τον καημό της, αποφάσισε να το σπουδάσει. Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσέ με, εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου». Έτσι, με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.
Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που ειχε πιά γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιό της και του λέει: «Σήκω, γιέ μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου.
Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.
Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαγε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Έ μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;» Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιέ μου, το πρωί δεν με άκουσες να ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πάς στο ποτάμι να μου φέρεις νερό. «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα»; λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ό,τι θέλει ας γίνει».
Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ’δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός. «Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το ’δωσα»; Απαντάει η μάνα. «Έ ναί, μόνο που είναι βρεγμένο». «Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ’δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ’φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη άπ’ τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.
Τότε κατάλαβε ο γιατρός ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία. ῏

Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών Από 21-12-2025 Έως 07-01-2026

  ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΦΩΚΙΔΟΣ  Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Πολυδρόσου   Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών  Από 21-12-2025 Έως 07-01-2026 Κυριακή 21-1...